Είναι ένα σύμβολο πολιτικού που έβαζε την Ελλάδα  πάνω απ όλα. 
Δεν είναι η εξαίρεση, και σήμερα υπάρχουν,  αλλά αφ ενός δεν προβάλλονται από τα ΜΜΕ και το πολιτικό εκδοτικό κατεστημένο, αλλά και η παντελής έλλειψη κριτικού πνεύματος εκ μέρους του πόπολου δεν τους βοηθάει να διακριθούν. 
   Στη σημερινή πολιτική ζωή επικρατούν οι πρίγκιπες, δηλ.οι γόνοι πολιτικών οικογενειών, που αφ ενός κληρονομούν τις τις οικογενειακές διασυνδεσεις ,αλλά και την οικογενειακή εμπειρία διαχειρίσεως του πόπολου.
    Ακόμα προσθέτω ότι τίμιοι πολιτικοί αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τα ίδια τους τα κόμματα. Ονόματα δεν λέμε. Όποιος έχει μυαλό ξέρει. 
      Θα προσθέσω τη χρησιμοποίηση διαφόρων λαοφιλών  αιτημάτων - συνθημάτων που ενώ εκ των προτέρων είναι γνωστό ότι δεν θα φέρουν κανένα αποτέλεσμα,
 γίνονται παντιέρα από τους πολιτικούς για να δημιουργήσουν την εικόνα του αγωνιστή στα μάτια του "σοφού λαού  ".
    Πχ. Οι γερμανικές αποζημιώσεις. Δεν πρόκειται ποτέ να δώσουν.  Αν δώσει στην Ελλάδα ,θα πρέπει να δώσει και στην Πολωνία, Τσεχία, Αγγλία, Γαλλία, πράμα αδύνατο. Αλλά εγώ το φωνάζω, και δημιουργώ την εικόνα του αγωνιστή πολιτικού. 
   Βλέπετε η απλοϊκή σκέψη της αναμονής ενός Σωτηρα , υπό διάφορες μορφές είναι δημοφιλής τραγουδίστρια στους " πτωχούς τω πνεύματι ".




  Απλά αντιγράφω από το antinews
Νικόλαος Πλαστήρας.
Γνωστός Βενιζελικός, ικανότατος στρατιωτικός και τίμιος άνθρωπος, αγαπήθηκε από το λαό γιατί ήταν υπόδειγμα ανιδιοτελούς πρωθυπουργού (1945), ο οποίος προσέφερε διακριτικά τον μισθό του σε φτωχούς και αρνήθηκε να βολέψει σε θέση δημοσίου τον αδελφό του, ενώ ο ίδιος πέθανε πάμφτωχος, χωρίς ν' αποκτήσει ποτέ περιουσιακά στοιχεία...
Ας προσεγγίσουμε όμως, ενδεικτικά, κάποια γεγονότα της ζωής του σπουδαίου αυτού ανθρώπου που δίδαξε ήθος στην πολιτική, για να κατανοήσουμε τον λόγο που η ανιδιοτέλεια και η αφιλοκέρδεια του στρατηγού Πλαστήρα, η ανδρεία και η αρετή του έγιναν γνωστές ως ''δωρεές'' και έμειναν παροιμιώδεις στην Νεότερη πολιτική ιστορία του τόπου μας.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, που μας τα μεταφέρει ως μαρτυρίες η πένα του Μανόλη Ι. Κούνουπα από τα ''Ρεθυμνιώτικα Νέα'', θα βγάλετε όλοι τα συμπεράσματά σας αντιπαραβάλλοντας συγκριτικά το χθες και το σήμερα της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας...
''... Όπως μας πληροφορεί σε σχετικό του πόνημα ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ, πιστός φίλος του Πλαστήρα όταν ανέλαβε τα ηνία της χώρας με το αξίωμα του πρωθυπουργού, είχε απαγορεύσει ρητώς στους δικούς του να σφετερίζονται, να οικειοποιούνται και να χρησιμοποιούν το όνομά του προς ευκαιριακή εκμετάλλευση.
Ο αδελφός του κάποτε βρέθηκε να μείνει χωρίς δουλειά. Νέος και άνεργος καθώς ήταν όταν έχασε τη δουλειά του, έμαθε ότι το εργοστάσιο ζυθοποιίας του «ΦΙΞ» ζητούσε, οδηγό φορτηγού για τις μεταφορές και έκανε αίτηση. Όταν πήγε στο εργοστάσιο, ο ίδιος τότε ο Φιξ τον ρώτησε πώς λέγεται: Εκείνος, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, για μια στιγμή κόμπιασε, ξεροκατάπιε και τραύλισε ψιθυριστά το όνομά του.
Ο Φιξ τον ξαναρώτησε δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να το φωνάξει και να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Ο Φιξ έμεινε εμβρόντητος. Όταν ζήτησε να μάθει αν συγγενεύει με τον πρωθυπουργό και πληροφορήθηκε ότι είναι αδελφός του, χαμογέλασε με αυταρέσκεια.
Αφού η αίτησή του ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε τον Φιξ να μην το μάθει ο αδελφός του. Όπως φαίνεται όμως ο μεγαλοβιομήχανος έσπευσε περιχαρής, να μεταδώσει το χαρμόσυνο γεγονός στον πρωθυπουργό.
Ο στρατηγός κάλεσε αμέσως τον αδελφό του στο σπίτι του και όχι μόνο τον επέπληξε πολύ αυστηρά, αλλά και του απαγόρευσε, να αναλάβει αυτήν την εργασία. «Αν έχεις ανάγκη» του είπε «θα μείνεις εδώ και θα μοιραζόμαστε το δικό μου φαγητό». Έτσι και έγινε.
Σε άλλη περίπτωση, όταν ο Πλαστήρας έμενε σε μια παλιά χαμοκέλα στου Μετς, του πρότεινε δελεαστικά η παλαιά τηλεφωνική εταιρεία να του τοποθετήσει τηλέφωνο. Τα τηλέφωνα τότε ήταν πανάκριβα και είδος εσχάτης πολυτελείας. Ο Πλαστήρας απέρριψε αυτό το ευεργετικό προνόμιο «Μα τι λέτε κύριε» είπε απευθυνόμενος στον προϊστάμενο της τηλεφωνικής εταιρείας. «Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;»
Λιτοδίαιτος και ολιγαρκής ο Πλαστήρας απέφευγε τις προσκλήσεις με τα πλούσια φαγοπότια. Επειδή υπέφερε από φυματίωση, μάλιστα, οι δικοί του τού το υπενθύμιζαν και του επεσήμαιναν τον κίνδυνο και την ανάγκη καλού φαγητού. Εκείνος έστελνε με τρόπο, να του αγοράζουν ψωμί, ελιές, ντομάτες και φέτα. «Αυτά θέλω» έλεγε στο σόι του «Τα χορταστικά φαγητά τι να τα κάνω; Μήπως σκάβω για να καλοτρώγω;»
Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, ο γνωστός άλλοτε δημοσιογράφος, περιγράφει το εξής αυθεντικό, χαρακτηριστικό περιστατικό: «Κάποτε ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος πήρε την πρωτοβουλία, να του εξασφαλίσει ένα σπίτι σύγχρονο για την εποχή με ζηλευτές ανέσεις, ακριβά έπιπλα και πολυτελή σαλόνια.
Ο Μοάτσος πήγε στην Τράπεζα και μίλησε στο Διοικητή «Τι;» απόρησε εκείνος. «Δεν έχει σπίτι ο Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε, ότι και όσο δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους».
Όταν ο Μοάτσος έτρεξε κατενθουσιασμένος, να του αναγγείλει το χαρμόσυνο νέο, τον περίμενε μεγάλη ψυχρολουσία: «Άντε ρε Γιάννη. Ακόμα δε μ' έμαθες; Αν ακούσουν τα θηρία, που περιμένουν στη γωνία, πως ο Πλαστήρας πήρε δάνειο, θα με κατασπαράξουν.. Με τι μούτρα θα βγαίνω από το σπίτι;»
Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποτε στον Πλαστήρα ένα χρυσό, ακριβό στυλό, και παρακάλεσε τον φίλο του Ανδρέα Ιωσήφ, να το παραδώσει, «εγώ δε βάζω χρυσές υπογραφές» του λέει «εγώ υπογράφω με πένα και μελάνι. Να του το στείλεις πίσω» «Μα ο Λαμπράκης είναι η τέταρτη εξουσία. Θα προσβληθεί».
«Και δεν πάει να προσβληθεί. Δε με νοιάζει. Ας μου κόψει την καλημέρα. Δε θέλω, Ανδρέα, δώρα πολυτελή και ανταποδοτικά. Τα δώρα θέλουν και αντίδωρα».
Ο Πλαστήρας είχε πολλούς φίλους και έχουν γραφεί πολλά βιβλία για την προσωπικότητά του. Επανειλημμένα αναφέρεται, ότι χρησιμοποιούσε ράντζο για τον ύπνο του. Ότι όταν πέθανε δεν άφησε πίσω του τίποτα. Ούτε κινητά, ούτε ακίνητα, ούτε ένα σπίτι, ούτε καταθέσεις σε τράπεζες. Η μοναδική κληρονομιά, που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν το πενιχρό ποσό των… 216 δραχμών και ένα δεκαδόλλαρο!
Η τελευταία του φράση, την ώρα που άφηνε την τελευταία του πνοή, ήταν η προφορική διαθήκη και υποθήκη «Όλα για την Ελλάδα!» Βρέθηκε επίσης στα προσωπικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (Σ.Υ.Π. 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει στη Μικρά Ασία και 8 δραχμές, που δεν πρόλαβε, να τις δώσει για να εξοφλήσει την αξία του, ώστε να μη χρωστά στην πατρίδα ούτε δραχμή.
Ο Πλαστήρας πέθανε στις 26-7-1953. Ο γράφων υπηρετούσε τότε στην Κομοτηνή σε μονάδα πεζικού της Προκάλυψης των συνόρων. Θυμάμαι πώς τον έβριζαν και πόσο μίσος έδειχναν γι' αυτόν πολλοί αξιωματικοί σούπερ-εθνικόφρονες, ενώ εμείς οι άλλοι δεν τολμούσαμε, να μιλήσουμε και να τα βάλουμε μαζί τους, γιατί θα μας πρόδιδαν και θα μας έστελναν στη Μακρόνησο.
Το νεκρικό κουστούμι, τα ιατρικά και τα άλλα έξοδα, τα πλήρωσε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ, αφού δεν υπήρχε κάποιο απόθεμα, ούτε δεκάρα τσακιστή από το μισθό του, τον οποίο προσέφερε ο ίδιος σε απόρους και ορφανά. Ο γιατρός που υπέγραψε το πιστοποιητικό θανάτου, εξεπλάγη, όταν αντίκρισε και μέτρησε στο βασανισμένο κορμί του 27 σπαθιές και 9 σημάδια από σφαίρες.
Αναλογίζεται ο καθείς σήμερα πόση η απόσταση και πόση η χαώδης άβυσσος μεταξύ του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα και των επιγόνων; ''
Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα!.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γεννηθήκαμε σε ένα παγκόσμιο πόλεμο

Η δύναμη των μύθων